Μετάφραση του "akuszer" σε Ελληνικά

Οι μαία, μαμή, μαμμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "akuszer" σε Ελληνικά.

akuszer Noun noun masculine γραμματική

przen. osoba, która czynnie wspomaga jakąś przemianę lub powstanie czegoś

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαία

    noun feminine
  • μαμή

    noun feminine
  • μαμμή

    noun feminine
  • μαιευτήρας

    noun masculine

    Zajdź w ciążę i wszyscy będą myśleć, że są twoimi akuszerami.

    Γκαστρώνεσαι, και όλος ο κόσμος νομίζει ότι είναι μαιευτήρας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " akuszer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "akuszer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη