Μετάφραση του "akwarela" σε Ελληνικά

Οι ακουαρέλα, Υδατογραφία, νερομπογιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "akwarela" σε Ελληνικά.

akwarela Noun noun feminine γραμματική

szt. rozpuszczalna w wodzie farba stosowana w malarstwie [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακουαρέλα

    Noun feminine

    szt. obraz malowany akwarelami [..]

    Gdy myślę o życiu sprzed tamtej okropnej nocy, czuję się, jakbym patrzył na akwarelę.

    Όταν αναπολώ τη ζωή μου πριν από κείνη τη φριχτή νύχτα, είναι σαν να κοιτάω ακουαρέλα.

  • Υδατογραφία

    technika malowania z wykorzystaniem akwareli

    Spinki z runą u pani Knight, i akwarela należały kiedyś do Hitlera, przyznano je najwyższym rangą członkom ODESSY.

    Ο ρούνος στο μανικετόκουμπο των Ιπποτών, η υδατογραφία είναι πρωτότυπο από τον Χίτλερ, που είχε απονεμηθεί σε υψηλόβαθμα μέλη.

  • νερομπογιά

    noun feminine

    ale teraz dodam teraz trochę akwareli.

    αλλά επιτρέψτε μου να του προσθέσω λίγη νερομπογιά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υδατογραφία
    • υδατοδιαλυτό χρώμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " akwarela " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Akwarela
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Νερομπογιά

    ale teraz dodam teraz trochę akwareli.

    αλλά επιτρέψτε μου να του προσθέσω λίγη νερομπογιά.

Εικόνες με "akwarela"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "akwarela" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη