Μετάφραση του "akwarelista" σε Ελληνικά
Το ακουαρελίστας είναι η μετάφραση του "akwarelista" σε Ελληνικά.
akwarelista
Noun
noun
masculine
γραμματική
szt. malarz malujący obrazy farbami akwarelowymi
-
ακουαρελίστας
Nounmalarz tworzący w technice akwareli
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " akwarelista " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη