Μετάφραση του "aleja" σε Ελληνικά

Οι λεωφόρος, περίπατος, αστική οδική αρτηρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aleja" σε Ελληνικά.

aleja noun feminine γραμματική

droga wysadzana po obu stronach drzewami lub krzewami; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεωφόρος

    noun feminine

    szeroka, reprezentacyjna ulica

    Założę się, żę twoja żona ma najbardziej kuszącą aleję w całym kampusie!

    Και στοιχηματίζω, η σύζυγός σου θα είναι η δελεαστικότερη λεωφόρος σε όλο το κολέγιο.

  • περίπατος

    noun masculine

    droga wysadzana po obu stronach drzewami lub krzewami; [..]

    Będziemy trenować z ludźmi, przy których Al-Kaida to bułka z masłem?

    Δηλαδή θα πάμε να εκπαιδευτούμε με τύπους που κάνουν την Αλ Κάιντα να μοιάζει με περίπατο στο πάρκο;

  • αστική οδική αρτηρία

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βουλεβάρτο
    • δρομάκι
    • δρομίσκος
    • δρόμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aleja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "aleja"

Φράσεις παρόμοιες με "aleja" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aleja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη