Μετάφραση του "alejka" σε Ελληνικά

Οι δρομάκι, δρομίσκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alejka" σε Ελληνικά.

alejka Noun noun feminine γραμματική

zdrobn. od: aleja [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δρομάκι

    noun neuter

    Tak, ale niewidzialny facet zaatakował mnie w alejce.

    Ναι, αλλά με βρήκε ένας αόρατος άνθρωπος σ'ένα δρομάκι.

  • δρομίσκος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " alejka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "alejka"

Φράσεις παρόμοιες με "alejka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "alejka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη