Μετάφραση του "alergen" σε Ελληνικά

Το αλλεργιογόνο είναι η μετάφραση του "alergen" σε Ελληνικά.

alergen noun masculine γραμματική

med. antygen (czynnik) zewnątrzpochodny, który wywołuje reakcję alergiczną; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλλεργιογόνο

    neuter

    med. antygen (czynnik) zewnątrzpochodny, który wywołuje reakcję alergiczną; [..]

    Wiec to chłopak przyniósł jakiś alergen i skłamał.

    'ρα το αγόρι της έφερε το αλλεργιογόνο και δεν το παραδέχεται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " alergen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "alergen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη