Μετάφραση του "alergia" σε Ελληνικά

Οι αλλεργία, απέχθεια, αντιπάθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alergia" σε Ελληνικά.

alergia noun feminine γραμματική

med. uczulenie, nadmierna reakcja organizmu na jakiś czynnik; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλλεργία

    noun feminine

    przen. nieprzyjazne uczucie do kogoś lub czegoś [..]

    Sto lat temu byliśmy pokryci pasożytami i nie mieliśmy alergii.

    Πριν εκατό χρόνια ήμαστε καλυμμένοι στα παράσιτα και δεν είχαμε καμία αλλεργία.

  • απέχθεια

    noun feminine

    przen. nieprzyjazne uczucie do kogoś lub czegoś [..]

  • αντιπάθεια

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " alergia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "alergia"

Φράσεις παρόμοιες με "alergia" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "alergia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη