Μετάφραση του "anal" σε Ελληνικά

Οι πρωκτική συνουσία, πρωκτικό σέξ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anal" σε Ελληνικά.

anal noun

seks analny - stosunek płciowy, w którym członek wprowadzany jest do odbytu partnera seksualnego

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρωκτική συνουσία

    noun feminine
  • πρωκτικό σέξ

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη