Μετάφραση του "antracyt" σε Ελληνικά

Οι ανθρακίτης, Ανθρακίτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "antracyt" σε Ελληνικά.

antracyt noun masculine γραμματική

geol. odmiana węgla kamiennego; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανθρακίτης

    noun masculine

    geol. odmiana węgla kamiennego; [..]

    W porównaniu do antracytu charakteryzuje się wyższą zawartością substancji lotnych (ponad 10 %) oraz niższą zawartością węgla (poniżej 90 % węgla odgazowanego).

    Χαρακτηρίζεται από υψηλότερη περιεκτικότητα σε πτητικές ουσίες απ’ ό,τι ο ανθρακίτης (περισσότερο από 10%) και χαμηλότερη περιεκτικότητα σε άνθρακα (λιγότερο από 90% δεσμευμένου άνθρακα).

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " antracyt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Antracyt

Antracyt (miasto)

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ανθρακίτης

    Antracyt, nawet sproszkowany, nieaglomerowany

    Ανθρακίτης-λιθάνθρακας, έστω και σε σκόνη, μη συσσωματωμένος

Εικόνες με "antracyt"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "antracyt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη