Μετάφραση του "asceta" σε Ελληνικά

Το ασκητής είναι η μετάφραση του "asceta" σε Ελληνικά.

asceta Noun noun masculine γραμματική

człowiek uprawiający ascezę [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασκητής

    noun

    Ubior ofiary sugeruje, ze byla osoba religijna lub asceta.

    Τα ρούχα του θύματος δείχνουν ότι ήταν κάποιος θρησκευόμενος ή ασκητής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asceta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "asceta"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asceta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη