Μετάφραση του "asekurant" σε Ελληνικά

Οι συμφεροντολόγος, υπολογιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asekurant" σε Ελληνικά.

asekurant Noun noun masculine γραμματική

ktoś nadmiernie ostrożny, obawiający się trudnych decyzji [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμφεροντολόγος

    noun masculine

    ktoś nadmiernie ostrożny, obawiający się trudnych decyzji

  • υπολογιστής

    noun masculine

    ktoś nadmiernie ostrożny, obawiający się trudnych decyzji

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asekurant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asekurant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη