Μετάφραση του "astronauta" σε Ελληνικά

Οι αστροναύτης, κοσμοναύτης, διαστημάνθρωπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "astronauta" σε Ελληνικά.

astronauta noun masculine γραμματική

astr. zaw. osoba zajmująca się lotami w kosmos i badaniem przestrzeni kosmicznej

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αστροναύτης

    noun masculine

    Nie wydaje mi się żeby jakikolwiek astronauta tak zrobił, to byłoby niewłaściwe!

    Δεν νομίζω πως κανένας αστροναύτης θα το έκανε αυτό δεν θα ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος!

  • κοσμοναύτης

    noun masculine

    Najwięcej czasu w kosmosie spędził rosyjski astronauta.

    'Ενας Ρώσος κοσμοναύτης έμεινε πιο πολύ στο διάστημα.

  • διαστημάνθρωπος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " astronauta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "astronauta"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "astronauta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη