Μετάφραση του "astronautka" σε Ελληνικά

Οι αστροναύτης, κοσμοναύτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "astronautka" σε Ελληνικά.

astronautka noun feminine γραμματική

kobieta, która zajmuje się lotami w kosmos

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αστροναύτης

    noun masculine

    Powiedziała mi, że jako dziecko miała pani krótki okres, kiedy chciała zostać astronautką.

    Μου είπε πως, σαν παιδί, περάσατε μια φάση όπου ονειρευόσασταν να γίνετε αστροναύτης.

  • κοσμοναύτης

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " astronautka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "astronautka"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "astronautka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη