Μετάφραση του "atomowy" σε Ελληνικά

Οι ατομικός, πυρηνικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "atomowy" σε Ελληνικά.

atomowy adjective masculine γραμματική

charakterystyczny dla atomu, odnoszący się do atomu [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ατομικός

    adjective masculine

    Uderzy w nas atomowy satelita.

    Μας στοχεύει ένας Ατομικός Δορυφόρος!

  • πυρηνικός

    adjective

    Na pokładzie był reaktor atomowy zaprogramowany na tworzenie broni.

    Υπήρχε ένας πυρηνικός αντιδραστήρας μαζί σας, προγραμματισμένος για κατασκευή όπλων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " atomowy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "atomowy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "atomowy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη