Μετάφραση του "atrakcja" σε Ελληνικά

Οι θέλγητρο, δέλεαρ, πόλος έλξης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "atrakcja" σε Ελληνικά.

atrakcja Noun noun feminine γραμματική

książk. coś wyjątkowo interesującego, dostarczającego przyjemności lub rozrywki [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • θέλγητρο

    noun neuter

    Zważywszy na olbrzymi potencjał wzrostu Chiny stanowią nie lada atrakcję jako kierunek eksportu i inwestycji.

    Λαμβανομένου υπόψη του τεράστιου αναπτυξιακού δυναμικού της, η Κίνα αποτελεί σημαντικό θέλγητρο για εξαγωγές και επενδύσεις.

  • δέλεαρ

    noun neuter
  • πόλος έλξης

    noun masculine

    Wyraki cieszą się na Filipinach wielką sympatią i są uważane za atrakcję turystyczną.

    Ο τάρσιος απολαμβάνει την αγάπη των ντόπιων και αποτελεί πόλο έλξης για τους τουρίστες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ατραξιόν
    • έλξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " atrakcja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "atrakcja" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "atrakcja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη