Μετάφραση του "atrofia" σε Ελληνικά

Το ατροφία είναι η μετάφραση του "atrofia" σε Ελληνικά.

atrofia noun feminine γραμματική

med. zanik lub zmniejszenie się tkanek lub narządów; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ατροφία

    noun feminine

    med. zanik lub zmniejszenie się tkanek lub narządów; [..]

    Jeśli będziemy zwlekać zbyt długo atrofia naczyń wewnętrznych będzie nieodwracalna.

    Αν περιμένουμε πολύ, η ατροφία στα μέλη θα είναι αμετάκλητη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " atrofia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "atrofia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη