Μετάφραση του "audiometr" σε Ελληνικά
Το ακουόμετρο είναι η μετάφραση του "audiometr" σε Ελληνικά.
audiometr
Noun
noun
masculine
γραμματική
med. urządzenie akustyczne służące do diagnostyki zaburzeń organicznych narządu słuchu;
-
ακουόμετρο
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " audiometr " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη