Μετάφραση του "audyt" σε Ελληνικά
Το έλεγχος είναι η μετάφραση του "audyt" σε Ελληνικά.
audyt
Noun
noun
masculine
γραμματική
okresowa kontrola przedsiębiorstwa ukierunkowana na sprawdzenie dochodowości lub zgodności stosowanych procedur z założeniami; [..]
-
έλεγχος
noun masculineSzczególny audyt musi być przewidziana dla każdej kategorii produktu, która jest reprezentatywna dla danego elementu interoperacyjności.
Ο έλεγχος πρέπει να είναι εξειδικευμένος ως προς την κατηγορία προϊόντων στην οποία εμπίπτει το στοιχείο διαλειτουργικότητας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " audyt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "audyt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κανονισμός της ΕΚ σχετικά με την οικολογική διαχείριση και
-
οικολογικός έλεγχος · περιβαλλοντική δήλωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη