Μετάφραση του "augur" σε Ελληνικά

Το αυθεντία είναι η μετάφραση του "augur" σε Ελληνικά.

augur Noun noun masculine γραμματική

hist. w starożytnym Rzymie: kapłan oficjalnie odczytujący ze znaków niebiańskich i lotu ptaków wolę bogów (tzw. auspicjum); [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυθεντία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " augur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "augur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη