Μετάφραση του "autarkia" σε Ελληνικά

Το αυτάρκεια είναι η μετάφραση του "autarkia" σε Ελληνικά.

autarkia noun feminine γραμματική

ekon. gospodarcza samowystarczalność; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτάρκεια

    noun feminine

    ekon. gospodarcza samowystarczalność [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autarkia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autarkia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη