Μετάφραση του "Austriak" σε Ελληνικά

Οι Αυστριακός, Αυστριακή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Austriak" σε Ελληνικά.

Austriak noun masculine γραμματική

mieszkaniec lub obywatel Austrii [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αυστριακός

    noun masculine

    mieszkaniec lub obywatel Austrii

    Jako Austriak przestrzegałbym przed niemiecką nagonką, która ma tu miejsce.

    Ως Αυστριακός θα ήθελα να συστήσω να σταματήσουν οι κατηγορίες κατά της Γερμανίας που διατυπώθηκαν εδώ.

  • Αυστριακή

    noun feminine

    Sądzę, że Grey spojrzy przychylnie na każdy wysiłek Austriaków mający na celu ukaranie winnych.

    Λοιπόν Πιστεύω ότι ο Γκρέι θα είναι θετικός σε όποια Αυστριακή προσπάθεια να τιμωρηθούν οι δολοφόνοι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Austriak " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Austriak" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη