Μετάφραση του "autobus" σε Ελληνικά
Οι λεωφορείο, πούλμαν, Λεωφορείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autobus" σε Ελληνικά.
mot. duży pojazd przeznaczony do przewozu osób w transporcie zbiorowym; [..]
-
λεωφορείο
noun neuterduży pojazd przeznaczony do przewozu osób w transporcie zbiorowym; [..]
Nie jeżdżę do szkoły autobusem.
Δεν πάω στο σχολείο με το λεωφορείο.
-
πούλμαν
noun neuterJak wszystkie siedzenia w tym autobusie? Skasowałam bilet.
Όπως κάθε θέση σε αυτό το πούλμαν, είναι πληρωμένη από τα λεφτά τον φορολογουμένων.
-
Λεωφορείο
όχημα σχεδιασμένο για την μαζική μεταφορά επιβατών
Nie jeżdżę do szkoły autobusem.
Δεν πάω στο σχολείο με το λεωφορείο.
-
άμαξα
noun feminineWychodząc z autobusu straciłam równowagę.
Αποβιβαζόμουν από την μηχανοκίνητη άμαξα όταν παραπάτησα και κατρακύλησα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " autobus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "autobus"
Φράσεις παρόμοιες με "autobus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διώροφο λεωφορείο
-
σχολικό λεωφορείο