Μετάφραση του "autochton" σε Ελληνικά

Οι ιθαγενής, ντόπιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autochton" σε Ελληνικά.

autochton Noun noun masculine γραμματική

rdzenny mieszkaniec jakiegoś terytorium [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιθαγενής

    noun masculine
  • ντόπιος

    noun masculine

    Chyba stał się autochtonem.

    Νομίζω πως έγινε ντόπιος εκεί κάτω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autochton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autochton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη