Μετάφραση του "balon" σε Ελληνικά
Οι αερόστατο, μπαλόνι, Αερόστατο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "balon" σε Ελληνικά.
ozdobny przedmiot z gumy napełniany powietrzem; [..]
-
αερόστατο
noun neuterozdobny przedmiot z gumy napełniany powietrzem;
Nie przeprowadza się uzupełniania paliwa w balonie, jeżeli na pokładzie znajdują się osoby.
Δεν πραγματοποιείται ανεφοδιασμός αερόστατων με καύσιμα ενώ οι επιβαίνοντες βρίσκονται στο αερόστατο.
-
μπαλόνι
noun neuterozdobny przedmiot z gumy napełniany powietrzem;
Przy tej prędkości ciało zachowuje się jak balon z wodą.
Με αυτήν την ταχύτητα, το σώμα σκάει σαν μπαλόνι με νερό.
-
Αερόστατο
statek powietrzny z grupy aerostatów bez napędu silnikowego
Mówili, że z Paryża kobieta przyleci balonem.
Λένε μια Παριζιάνα πρόκειται να έρθει μέ ενα Αερόστατο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " balon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "balon"
Φράσεις παρόμοιες με "balon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αερόστατο θερμού αέρα
-
αερόστατο
-
αερόστατο