Μετάφραση του "balonik" σε Ελληνικά

Οι μπαλόνι, αερόστατο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "balonik" σε Ελληνικά.

balonik Noun noun masculine γραμματική

zdrobn. od balon [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπαλόνι

    noun neuter

    Jak porusza się rakieta może zilustrować napompowany balonik.

    Το πώς κινείται ένας πύραυλος μπορεί να απεικονιστεί με ένα φουσκωμένο μπαλόνι.

  • αερόστατο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " balonik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "balonik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη