Μετάφραση του "bigamia" σε Ελληνικά

Το διγαμία είναι η μετάφραση του "bigamia" σε Ελληνικά.

bigamia noun feminine γραμματική

pozostawanie w związku małżeńskim z dwiema osobami; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • διγαμία

    noun feminine

    Prosi papieża o uznanie bigamii!

    Ζητάει από τον Πάπα να επικυρώσει τη διγαμία!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bigamia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bigamia"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bigamia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη