Μετάφραση του "bigamista" σε Ελληνικά

Το δίγαμος είναι η μετάφραση του "bigamista" σε Ελληνικά.

bigamista Noun noun masculine γραμματική

ten, kto popełnia bigamię tzn. ma dwie żony

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίγαμος

    adjective masculine

    Więc teraz, można jeszcze dodać bigamista do słynnego życiorysu swojego ojca.

    Έτσι τώρα μπορείς να προσθέσεις ότι είναι δίγαμος στο λαμπρό βιογραφικό του πατέρα σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bigamista " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bigamista" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη