Μετάφραση του "boleć" σε Ελληνικά
Οι πονώ, πονάω, υποφέρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boleć" σε Ελληνικά.
boleć
verb
γραμματική
med. być źródłem bólu [..]
-
πονώ
verbbyć źródłem bólu [..]
Chowam ją już tak długo, że aż sprawia ból.
Το έχω κρατήσει τόσο πολύ που είναι σαν να πονώ.
-
πονάω
verbCzasami tak mi go brakuje, że aż boli.
Μου λείπει τόσο πολύ που πονάω κάποιες φορές.
-
υποφέρω
verbKiedy patrzę na te schody, wszystko mnie boli.
Και μόνο που βλέπω ξανά τα σκαλιά, υποφέρω.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " boleć " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "boleć"
Φράσεις παρόμοιες με "boleć" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πονόλαιμος
-
στομαχόπονος
-
αθροιστική κεφαλαλγία
-
πόνος αυτιού · πόνος στο αυτί · ωταλγία
-
οδονταλγία · πονόδοντος
-
αγωνία
-
άλγος · αγωνία · βάσανο · λύπη · πονώ · πόνος
-
Πονοκέφαλος · πονοκέφαλος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη