Μετάφραση του "bystry" σε Ελληνικά

Οι έξυπνος, οξυδερκής, οξύνους είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bystry" σε Ελληνικά.

bystry adjective masculine γραμματική

o osobie: mądry, inteligentny, taki, który szybko coś zrozumie [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • έξυπνος

    adjective

    Parrish jest na tyle bystry by stworzyć skomplikowany plan oszustwa.

    Αυτός ο Parrish, είναι αρκετά έξυπνος να στήσει μια κτηματομεσιτική απάτη.

  • οξυδερκής

    adjective

    Oczywiście bystry chłopak dostrzeże też, czy z podobnym respektem odnosisz się do członków rodziny oraz do innych osób.

    Φυσικά, ένας οξυδερκής νεαρός θα παρατηρήσει επίσης αν συμπεριφέρεσαι και στην οικογένειά σου ή σε άλλους με σεβασμό.

  • οξύνους

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άμεσος
    • γρήγορος
    • διορατικός
    • ευκίνητος
    • πνευματώδης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bystry " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bystry
+ Προσθήκη

"Bystry" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bystry στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "bystry"

Φράσεις παρόμοιες με "bystry" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γοργά · γρήγορα · ταχέως
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bystry" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη