Μετάφραση του "bywalec" σε Ελληνικά
Το θαμώνας είναι η μετάφραση του "bywalec" σε Ελληνικά.
bywalec
noun
masculine
γραμματική
książk. człowiek, który często pojawia się, bywa w danym miejscu, lokalu, instytucji kulturalnej itp. [..]
-
θαμώνας
noun masculineksiążk. człowiek, który często pojawia się, bywa w danym miejscu, lokalu, instytucji kulturalnej itp. [..]
Nie był stałym bywalcem, więc nikt nie wie jak się nazywał.
Δεν είναι θαμώνας εδώ και κανείς δεν έμαθε τ'όνομά του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bywalec " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Bywalec
Proper noun
γραμματική
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Bywalec" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bywalec στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη