Μετάφραση του "bzik" σε Ελληνικά
Οι ιδιοτροπία, λόξα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bzik" σε Ελληνικά.
bzik
Noun
noun
masculine
γραμματική
pot. żart. mania, lekkie szaleństwo, dziwactwo [..]
-
ιδιοτροπία
-
λόξα
Chciałam, ale masz bzika na punkcie tego zakichanego awansu!
Και το ήθελα, αλλά είχες τέτοια λόξα σχετικά με την καταραμένη προαγωγή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bzik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Bzik
Proper noun
γραμματική
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Bzik" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bzik στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "bzik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
είμαι τρελός για
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη