Μετάφραση του "celownik" σε Ελληνικά
Οι σκόπευτρο, δοτική, στόχαστρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "celownik" σε Ελληνικά.
urządzenie ułatwiające celowanie z broni; [..]
-
σκόπευτρο
noun neuterczęść aparatu fotograficznego umożliwiająca wstępne kadrowanie obrazu [..]
Ktoś dostał od ciebie podobnego gnata z celownikiem laserowym.
Έφτιαξες ένα τέτοιο όπλο για κάποιον άλλο, είχε σκόπευτρο με λέιζερ.
-
δοτική
noun femininegram. trzeci przypadek deklinacji, odpowiada na pytania: komu? czemu?; [..]
"Give a muffin to a mouse", celownik z przyimkiem,
μπορείτε να πείτε, "Δώσε ένα μάφιν σε ένα ποντίκι", (αυτή είναι) η εμπρόθετη δοτική,
-
στόχαστρο
noun neuterAnton już jest na celowniku, ponieważ nam pomaga.
Ο'ντον βρίσκεται ήδη στο στόχαστρο, επειδή μας βοηθάει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Δοτική
- δοτική πτώση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " celownik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "celownik"
Φράσεις παρόμοιες με "celownik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διόπτρα