Μετάφραση του "celowo" σε Ελληνικά

Οι επίτηδες, σκόπιμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "celowo" σε Ελληνικά.

celowo adverb

w sposób celowy [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίτηδες

    adverb

    w sposób celowy

    Myślę, że oni to robią celowo.

    Νομίζω ότι το κάνουν επίτηδες αυτό.

  • σκόπιμα

    adverb

    w sposób celowy

    Czy on zrobił ten błąd celowo?

    Θεωρείτε πως έκανε το λάθος σκόπιμα;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " celowo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "celowo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "celowo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη