Μετάφραση του "cement" σε Ελληνικά

Οι τσιμέντο, τσιμέντο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cement" σε Ελληνικά.

cement noun masculine γραμματική

hydrauliczne spoiwo otrzymywane z surowców mineralnych (margiel lub wapień i glina) [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσιμέντο

    noun neuter

    hydrauliczne spoiwo otrzymywane z surowców mineralnych (margiel lub wapień i glina) [..]

    Sztuczny kamień litograficzny jest zazwyczaj wykonywany z cementu i węglanu wapnia, które zostały mielone i sprasowane.

    Η τεχνητή πέτρα λιθογραφίας αποτελείται συνήθως από τσιμέντο και από ανθρακικό ασβέστιο τα οποία κονιοποιούνται και συμπιέζονται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Cement
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσιμέντο

    noun

    A zatem z możliwości tych, stanowiących konsekwencję decyzji w sprawie Cement, skarżąca nie musiała skorzystać.

    Συνεπώς, οι εναλλακτικές αυτές δυνατότητες δεν είχαν δεσμευτικό χαρακτήρα απορρέοντα από την απόφαση της Επιτροπής για το τσιμέντο.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη