Μετάφραση του "cementowy" σε Ελληνικά

Το τσιμέντο είναι η μετάφραση του "cementowy" σε Ελληνικά.

cementowy adjective γραμματική

dotyczący cementu, związany z cementem, wykonany z cementu, zawierający cement [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσιμέντο

    noun neuter

    Ale w więziennej pralni w odgłosie pralek i cementowych ścian, poziom zakłóceń musiałby być dużo wyższy.

    Αλλά στα πλυντήρια με τις μηχανές και το τσιμέντο, η παρεμβολή του ήχου πρέπει να ήταν πολύ υψηλότερη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cementowy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cementowy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη