Μετάφραση του "centralizacja" σε Ελληνικά
Οι συγκέντρωση, συγκεντρωτισμός, Διοικητική συγκέντρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "centralizacja" σε Ελληνικά.
centralizacja
noun
feminine
γραμματική
proces skupiania elementów lub prerogatyw w jednym ośrodku [..]
-
συγκέντρωση
noun feminineTaka centralizacja władzy w Brukseli nie stanowi rozwiązania i nie będzie zaakceptowana.
Τέτοια συγκέντρωση εξουσιών στις Βρυξέλλες δεν αποτελεί λύση και δεν πρέπει να θεωρείται αποδεκτή. "
-
συγκεντρωτισμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " centralizacja " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Centralizacja
-
Διοικητική συγκέντρωση
Φράσεις παρόμοιες με "centralizacja" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συγκέντρωση των πληροφοριών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη