Μετάφραση του "centralne" σε Ελληνικά

Το κεντρική θέρμανση είναι η μετάφραση του "centralne" σε Ελληνικά.

centralne noun neuter

Najważniejszy [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κεντρική θέρμανση

    noun

    Kotłów centralnego ogrzewania, nie objętych pozycją nr 8402 i instalacji pomocniczych przeznaczonych do współpracy z kotłami centralnego ogrzewania

    Λέβητες για την κεντρική θέρμανση, άλλοι από εκείνους της κλάσης 8402, και βοηθητικές εγκαταστάσεις για τους λέβητες κεντρικής θέρμανσης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " centralne " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "centralne" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "centralne" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη