Μετάφραση του "centralny" σε Ελληνικά

Οι κεντρικός, κύριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "centralny" σε Ελληνικά.

centralny adjective masculine γραμματική

znajdujący się w centrum, w środku; skierowany do środka [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κεντρικός

    adjective masculine

    główny [..]

    W Zjednoczonym Królestwie rząd centralny zobowiązał się do regulowania wszelkich należności w terminie 10 dni .

    Στο Ηνωμένο Βασίλειο , η κεντρική κυβέρνηση δεσμεύτηκε για την αποπληρωμή όλων των οφειλών εντός 10 ημερών .

  • κύριος

    adjective

    główny

    Jeżeli tablica sterownicza znajduje się w centralnym posterunku pożarowym, to jeden powtarzacz alarmu umieszczony jest na mostku nawigacyjnym.

    Μία μονάδα δεικτών πρέπει να τοποθετείται στη γέφυρα, εάν ο πίνακας ελέγχου ευρίσκεται στον κύριο σταθμό ελέγχου πυρκαϊάς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " centralny " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Centralny

pot. dworzec kolejowy Warszawa Centralna

+ Προσθήκη

"Centralny" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Centralny στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "centralny"

Φράσεις παρόμοιες με "centralny" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "centralny" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη