Μετάφραση του "cep" σε Ελληνικά
Οι δάρτης, δοκάνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cep" σε Ελληνικά.
cep
noun
masculine
γραμματική
hist. roln. narzędzie rolnicze do ręcznego młócenia zboża, składające się z dwóch kijów: dłuższego trzonka (zwanego dzierżakiem lub cepiskiem) i krótszego bijaka połączonych ze sobą rzemienną gązwą; [..]
-
δάρτης
rzeczownik męskiτο εργαλείο με το οποίο κοπανάνε τα στάχυα για να βγει το σιτάρι
-
δοκάνη
nounI właśnie ten mężczyzna pierwszy uniósł swój cep.
Ηταν ο πρώτος που σήκωσε τη δοκάνη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cep " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "cep"
Φράσεις παρόμοιες με "cep" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δοκάνη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη