Μετάφραση του "cesja" σε Ελληνικά

Οι μεταφορά, μεταβιβάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cesja" σε Ελληνικά.

cesja Noun noun feminine γραμματική

praw. zrzeczenie się przez osobę prawną lub fizyczną praw do czegoś na rzecz innej osoby

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεταφορά

    noun feminine

    stworzyć możliwość nieodpłatnej cesji umowy przewozowej na stronę trzecią.

    δυνατότητα εκχώρησης της σύμβασης μεταφοράς χωρίς χρέωση σε τρίτους.

  • μεταβιβάζω

    verb

    Umowa o cesji zabezpieczonych praw przenosi odpowiednie zabezpieczenie międzynarodowe wyłącznie w przypadku, gdy:

    Η εκχώρηση συνδεόμενων δικαιωμάτων μεταβιβάζει τη σχετική διεθνή εμπράγματη ασφάλεια μόνο όταν:

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cesja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cesja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη