Μετάφραση του "cham" σε Ελληνικά

Οι αγροίκος, κτήνος, παλιάνθρωπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cham" σε Ελληνικά.

cham noun masculine γραμματική

pejor. obraź. osoba, która zachowuje się bezczelnie, ordynarnie, nie przestrzega podstawowych norm [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγροίκος

    adjective masculine

    Ten cham pilnuje krypty jak Cerber.

    Αυτός ο αγροίκος φυλάει την κρύπτη σαν Κέρβερος.

  • κτήνος

    noun neuter
  • παλιάνθρωπος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cham " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Cham proper noun masculine γραμματική

rel. postać biblijna, syn Noego;

+ Προσθήκη

"Cham" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Cham στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cham" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη