Μετάφραση του "chan" σε Ελληνικά

Οι χαν, χάνι, χάνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chan" σε Ελληνικά.

chan noun masculine γραμματική

hist. głowa chanatu, tytuł oznaczający władcę w dawnych krajach Wschodu; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαν

    noun

    hist. głowa chanatu, tytuł oznaczający władcę w dawnych krajach Wschodu

    A każde plemię okazywało bezwzględne posłuszeństwo swemu wodzowi, chanowi.

    Και κάθε φυλή ήταν ακλόνητα αφοσιωμένη στον αρχηγό της, ο οποίος ονομαζόταν χαν.

  • χάνι

    noun
  • χάνος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Chan

Chan (władca)

+ Προσθήκη

"Chan" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Chan στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "chan" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη