Μετάφραση του "charyzma" σε Ελληνικά
Οι χάρισμα, έλξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "charyzma" σε Ελληνικά.
charyzma
Noun
noun
feminine
γραμματική
cecha jednostki, dająca jej niekwestionowany autorytet w grupie; [..]
-
χάρισμα
noun neuterMallory posiadał jakąś niezwykłą charyzmę, jakby urzekającą osobowość, przyciągał spojrzenia.
Σίγουρα είχε κάποιο χάρισμα, μια επιβλητική παρουσία που τράβαγε το βλέμμα, ανάγκαζε το μάτι.
-
έλξη
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " charyzma " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη