Μετάφραση του "charyzmat" σε Ελληνικά
Οι έλξη, θείο χάρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "charyzmat" σε Ελληνικά.
charyzmat
noun
masculine
γραμματική
ogół cech charakteru czyniących daną osobę wyjątkową na tle społeczeństwa [..]
-
έλξη
noun feminine -
θείο χάρισμα
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " charyzmat " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη