Μετάφραση του "charyzmat" σε Ελληνικά

Οι έλξη, θείο χάρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "charyzmat" σε Ελληνικά.

charyzmat noun masculine γραμματική

ogół cech charakteru czyniących daną osobę wyjątkową na tle społeczeństwa [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλξη

    noun feminine
  • θείο χάρισμα

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " charyzmat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "charyzmat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη