Μετάφραση του "chlorowodorek" σε Ελληνικά

Το υδροχλώριο είναι η μετάφραση του "chlorowodorek" σε Ελληνικά.

chlorowodorek noun masculine

produkt połączenia chlorowodoru do związku organicznego [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • υδροχλώριο

    noun

    Trochę sodu, brak chlorowodorku, a wapń jest ledwo wykrywalny.

    Λίγο νάτριο, καθόλου υδροχλώριο και το ασβέστιο μόλις που ανιχνεύεται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chlorowodorek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chlorowodorek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη