Μετάφραση του "chorowity" σε Ελληνικά
Οι αρρωστιάρης, αρρωστιάρικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chorowity" σε Ελληνικά.
chorowity
Adjective
adjective
γραμματική
często chorujący; skłonny do chorób; mający słabe zdrowie [..]
-
αρρωστιάρης
często chorujący; skłonny do chorób; mający słabe zdrowie
Zawsze cieszyłem się dobrym zdrowiem, choć przez jakiś czas byłem chorowitym nastolatkiem.
Και πάντα απολάμβανα μια αρκετά υγιή ζωή, παρότι ήμουν ένας αρρωστιάρης έφηβος για ένα μικρό διάστημα.
-
αρρωστιάρικος
często chorujący; skłonny do chorób; mający słabe zdrowie
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " chorowity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη