Μετάφραση του "cukierek" σε Ελληνικά

Οι καραμέλα, ζαχαρωτό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cukierek" σε Ελληνικά.

cukierek noun masculine γραμματική

spoż. drobny wyrób o słodkim smaku, pakowany zwykle w papierki, sporządzany z cukru i dodatków smakowych; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • καραμέλα

    noun feminine

    wyrób o słodkim smaku sporządzany z cukru i dodatków smakowych [..]

    Co znaczyłoby, że dali mi leki, a nie cukierki.

    Που σημαίνει ότι, πράγματι μου έδωσαν φάρμακο και όχι καραμέλα.

  • ζαχαρωτό

    noun neuter

    Od dziewiątego roku życia mam w uchu cukierek.

    Εγώ είχα ένα ζαχαρωτό σφηνωμένο στο αυτί μου από όταν ήμουν εννιά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cukierek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cukierek"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cukierek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη