Μετάφραση του "cukiernik" σε Ελληνικά
Οι ζαχαροπλάστης, ζαχαροπλάστρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cukiernik" σε Ελληνικά.
cukiernik
noun
masculine
γραμματική
zaw. rzemieślnik zajmujący się wytwarzaniem ciast i słodyczy
-
ζαχαροπλάστης
noun masculinerzemieślnik zajmujący się wytwarzaniem ciast i słodyczy
Już nie będzie cukiernikiem odkąd straciła ręce w wypadku na pilates.
Ναι, δεν μπορεί να είναι ζαχαροπλάστης πια αφού έχασε τα χέρια της σε εκείνη την άσκηση πιλάτες.
-
ζαχαροπλάστρια
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cukiernik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη