Μετάφραση του "czyn" σε Ελληνικά
Οι πράξη, δράση, ανθρώπινη ενέργεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "czyn" σε Ελληνικά.
czyn
noun
masculine
γραμματική
działanie, postępek, akt; [..]
-
πράξη
noun feminineMogę mieć tylko nadzieję, że rozważycie następstwa swych czynów.
Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ελπίζω πως θα αναλογιστείτε τις συνέπειες των πράξεών σας.
-
δράση
noun feminineA jest ona taka, że tylko czyny mogą szkodzić.
Η δράση δίνει υπόσταση στα πράγματα και όχι οι ιδέες.
-
ανθρώπινη ενέργεια
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποφάσεις
- πράξεις
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " czyn " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "czyn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έγκλημα · αδίκημα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη