Μετάφραση του "czynel" σε Ελληνικά
Το κύμβαλο είναι η μετάφραση του "czynel" σε Ελληνικά.
czynel
noun
masculine
γραμματική
muz. perkusyjny instrument muzyczny w postaci metalowego talerza;
-
κύμβαλο
noun neuter13 Gdybym mówił językami+ ludzi i aniołów, a miłości bym nie miał, stałbym się dźwięczącym mosiądzem lub brzęczącym czynelem.
13 Αν μιλώ στις γλώσσες+ των ανθρώπων και των αγγέλων αλλά δεν έχω αγάπη, έχω γίνει χαλκός που ηχεί ή κύμβαλο+ που βροντάει.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " czynel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη